Μηντζηντέη βρούτε

Το Κεφαλόβρυσο είναι μια από τις σημαντικές κοιτίδες του βλαχόφωνου πολυφωνικού τραγουδιού. Ένα τραγούδι – μοιρολόι είναι συνυφασμένο μαζί του, αναφερόμενο σε μια από τις πιο μαύρες σελίδες της πρόσφατης Ιστορίας του, το ολοκαύτωμα του χωριού στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, στις 10 Ιουλίου 1943. Οι στίχοι του τραγουδιού, στα βλάχικα και σε μετάφραση, μαζί με σειρά πολύτιμων πληροφοριών, συμπεριλαμβάνονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την εργασία του Χαράλαμπου (Μπάμπη) Κ. Μεντή «Κεφαλόβρυσο Πωγωνίου / Μηντζηντέη βρούτε – ο τόπος μας» (2011):

«Υπάρχει βέβαια και το πασίγνωστο σε όλους τους βλαχόφωνους και όχι μόνο, πατρουτζέτσι σινέα ή Μηντζηντέι βρούτε. Αυτό το τραγούδι έχει γίνει όπως λένε πολλοί ο εθνικός ύμνος του Κεφαλόβρυσου. Οι πληροφορίες λένε ότι οι στίχοι αυτού του τραγουδιού είναι του μεγάλου τραγουδοποιού (Κιντέζου) αείμνηστου Ηλία (Λίτσιου) Ντόντη ο οποίος και το πρωτοτραγούδησε. Πασίγνωστο όμως στους Βλάχους όλης της Βαλκανικής έγινε, όταν το διασκεύασαν σε χορευτικό με κλαρίνα και βιολιά, ο Νικόλα Νάτσιας και ο Πέτρος Ντεμίρης τη δεκαετία του 1960. …
Φτάνουμε στην αποφράδα μέρα του Σαββάτου 10 Ιούλη του 1943. Γι’ αυτό το τραγικό γεγονός έχουν γραφτεί αρκετά και έχουν ειπωθεί περισσότερα. Προσωπικά έχω ασχοληθεί πολύ με το ολοκαύτωμα και στο παρελθόν είχα εκδώσει ένα σχετικό ποιητικό πόνημα…. Παρακάμπτω συνεπώς αυτό το τραγικό γεγονός μόνο με τους στίχους του θρήνου των γονιών μας μετά τον όλεθρο.
«Πατρουτζέτσι τρέι σινέα τσ οφλέ λάια Μητζηντέα, πλέντζι Μητζηντέι πλέντζι κε τι νικάρε του σέντζι. Σέμπιτα τη πρέντζου μάρη, τσι νι’ αφλέ ούνε λεχτάρι. Ισιάτσι, βόι μπουρμπάτσι ναφόρε τα σ’ νου σ’ άρντε λάια χώρε. Λε σότσι νι ιντρέ φουνικόλου νχώρε χέρμπι πολιβόλου. Ουνου κετ ουνου γι αντουνάρε του ντάου κάση γι’ μπηγκάρε. Λού μπηγκάρε φοκου λα ούσιε σι αρικίρε τούτσι ντιγκούσιε. Πρέφτου λειτουργία ν’ τζιέπι μιράτσιε βάιλού βινιά σέτι. Άϊντιτσι σότσι τα σνι μπισιέμου, σνι μπισιέμου σι σνι γιρτέμου, του αλάντε έτε ους νι’ αντουνέμου. Κάρα φουτζί μουατζίμου, κάι κινόστι Λάμπρη Σίμου. Ντι ζγκιλιά ουί ουί ντι Λία αλ Γιωργάκκι Μηντή. Κάγιε αστιάπτε σ’ κάρκε κάσιου, κάι κινόστι Γκάτση Μπάσιου. Σ’ άρση κάσα κιτζού σ’ μούρου, κάι κινόστι Μπέλου Κούρου. Τσι λεεί ρίπα ατσά ρόσια, τη λάιλιου Νικολάκκι Γκιντόσια. Κάι έστι σι ατσέλου φακίρου, κάντα ε Κήτα Ντεμίρου. Χώρα οφλέ φινικόλου κε κιρού σι’ γραμματικόλου».
Αυτούς τους στίχους μπόρεσα να συλλέξω, μα θα πρέπει να υπήρχαν στίχοι για όλους τους καμένους.

Μετάφραση:
«Του ’43 τη χρονιά, τη κακό βρήκε το μαύρο Μητζητιέ. Κλάψε Μητζητιέ κλάψε επειδή σε πνίξανε στο αίμα. Σάββατο το καταμεσήμερο μας βρήκε μεγάλη λαχτάρα. Εβγάτε εσείς άντρες έξω, να μη καεί το μαύρο χωριό. Βρε φίλοι μας βρήκε μεγάλο φονικό, στο χωριό βράζει το πολυβόλο. Έναν – έναν τους μάζεψαν σε δύο σπίτια τους έκλεισαν. Τους βάλανε φωτιά στην πόρτα, αρπάχτηκαν όλοι αγκαλιά. Ο παπάς την λειτουργιά στην τζέπη, οι καημένοι θα διψούσαν. Ελάτε φίλοι να φιληθούμε, να φιληθούμε και να σχωρεθούμε, επειδή στην άλλη ζωή θ’ ανταμωθούμε. Σαν έφυγε ο επιδρομέας ποιος γνωρίζει τον Λάμπρη Σίμο. Ουρλιάζουνε όλοι μαζί για τον Ηλία του Γιωργάκη Μεντή. Τα άλογα περιμένουν να φορτώσουν το τυρί, ποιος γνωρίζει τον Γιώργο Μπάσιο. Κάηκε το σπίτι έπεσε και ο τοίχος, ποιος γνωρίζει τον Μπέλο Κούρο. Μαύρισε η κόκκινη κατηφοριά, ποιος γνωρίζει τον Νικολάκη Γκιντόσια (Κόντη). Ποιος να’ ναι και αυτός ο φουκαράς, σα να ‘ναι ο Χρήστος Ντεμίρης. Χωριό σε βρήκε μεγάλο κακό, έχασες και τον γραμματικό (Πήλιο Τζαβάρας).