Μου ‘λεγε η μάνα μου

Μου λεγε, μωρ΄ μου λεγε,
μου λεγε η μάνα μου
μάθε γιε μου γράμματα,
μάθε κοντυλίσματα
κι εγώ δεν την άκουσα
(μ)πιστικός εγίνηκα
χίλια πρόβατα βοσκώ
κι εβδομήντα δυό σκυλιά
φλογερίτσαν έκοψα
από κίτρο κι από ελιά
κι από κόκκινη μηλιά
κι άρχισα να τη λαλώ
από πέτρα σε ραγιό
την άκουσε και μια κυρά
μια κυρά βασίλισσα
– ποιος είν΄ εκείνος που λαλεί
είν΄ ο γιος της ορφανής
— σύρτε φέρτε τον εδώ
να λαλάει τις πόρτες μας
και στις πορτοπούλες μας
να ξυπνάει τις βαγενές
και τις βαγιοπούλες μας
να σηκώνονται ταχιά
να βυζαίνουν τα παιδιά
να κινούν στην εργατιά
με ψωμί και με κρεμμύδι
και με λίγο βρωμοτύρι

Τραγουδήθηκε σε συλλογική, επιτόπια καταγραφή του Πολυφωνικού Καραβανιού το 2018 στο Λίμποβο (Κρυοπηγή Θεσπρωτίας). Με ταυτόσημους, σχεδόν, στίχους, διασκογραφήθηκε από το Πολυφωνικό των Κτισμάτων στην έκδοση “Chants Polyphoniques et Musique d’ Εpire” (OCCORA 1984, Παρίσι – σε επιμέλεια των Δόμνα Σαμίου, Άρη Φακίνου). Στην έκδοση «Δημοτικά τραγούδια της ελληνικής μειονότητας» περιέχεται παραλλαγή του τραγουδιού:

212 . ΕΛΑ, ΕΛΑ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΔΥΟ

΄Ελα, έλα εμείς οι δυο,
όσο να ‘ρθουν κι άλλοι δύο,
να γενούμε τέσσερις
κι άλλοι δεκατέσσερις.
Να ντυθώ ν’ αρματωθώ,
στο χορό να κατηβώ.
Να μαραίνω τρεις, εννιά,
τρεις, εννι,α, τρεις, δώδεκα
και της χήρας τον υγιό
που τον έχει μοναχό.
Μοναχό στα γράμματα
και στα κοντυλίσματα..
Μάθε, γιέ μου, γράμματα,
μάθε κοντυλίσματα.
Κι εγώ δεν την άκουσα,
πιστικός εγίνηκα,
με τρακόσια πρόβατα
κι εβδομήντα δυο σκυλιά.
Φλογερίτσα έφτιασα
από κύτρο και ελιά
κι από κόκκινη μηλιά.
Κάθε μέρα τη λαλώ,
μες το κάστρο ακούγεται.
Τ’ άκουσε και μια κυρά,
μια κυρά αρχόντισσα.
-Ποιός είν’ εκείνος που λαλεί,
που λαλεί και ξελαλεί;
Μην ‘ν’ ο γιος της ορφανής;
Σύρτε, φέρτε τον εδώ!
Να λαλεί στις πόρτες μου
και στα παραθύρια μου,
να ξυπλά τις βάγιες μου
και τις βαγιοπούλες μου
να σηκώνονται ταχιά,
να βυζαίνουν τα παιδιά,
να κουφίζουν τα ψωμιά,
να κινούν την εργατιά!